Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Σε είχα




Ακουμπάς με άνεση το χέρι σου στο πόδι μου. Στέκεται εκεί να χαίρεται τη ζέστη μου. Δεν γλιστρά. Κουρασμένο απλά μένει. Αφαιρείσαι. Σκέφτεσαι το χθες, το αύριο, το χώρο και τις πράξεις. Σηκώνεσαι. Βάδισμα βαρύ και ώμοι πεσμένοι. Το βάρος της ζωής. Επιστρέφεις δίπλα μου. Ναι, πάντα δίπλα μου. Πάντα με άλλο τρόπο. Πιο βαρύς πάντα από όσο φεύγεις. Ακουμπάς το κεφάλι σου στην κοιλιά μου. Ηρεμείς. Σκέφτεσαι το κενό. Αφήνεσαι. Φεύγεις. Σε κλέβει ο ύπνος. Σε κοιτάζω.

Τώρα με έχεις. Nα φιλοξενώ τη ζωή σου, εσένα, το χθες και το αύριο.

Κάποτε σε είχα. Nα με κυνηγάς για να βρούμε καταφύγιο να ξεφύγουμε από τη ζωή, από σένα, από μένα, από το χθες, από το αύριο.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Χειροκρότημα




Τόσο κακοκουρδισμένη ορχήστρα αυτή η πόλη. Χορεύουν όλοι έναν άσχημο ασυγχρόνιστο χορό. Δεν ακούγεται φωνή, μόνο ένα μουγκρητό. Και όμως όλοι χορεύουν. Τα χρόνια, τα όνειρα, εγώ, η σκιά μου, εσύ, ο εφιάλτης σου, ο κήπος, τα δάχτυλα πάνω στο πληκτρολόγιο.
Γεράσαμε απόψε και τα βήματά μας βάραιναν. Σκέφτηκα να ερωτευτούμε μήπως και χορέψει λίγη νιότη μέσα μας. Κάθεσαι όμως χωμένος στην εφημερίδα και μέσα σου περνούν τα χρόνια, όπως πάνω μου περνούν οι επιθυμίες.
Γνωριστήκαμε σε ένα τανγκό. Γεράσαμε πανω σε ένα μπλουζ της σιωπής. Αγρια σιωπή. Μουγκρητό ανήσυχης σιγής. Βραδινής πάντα.
Έχω αγωνία. Ποιος θα χειροκροτήσει το χορό μας ότανθα κλείσουν για πάντα τα φώτα.