Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Κάτι κυλάει




Ακούγεται μία βοή. Σαν να έρχεται από μακριά. Όσες φορές σκέφτηκα να κλείσω τα μάτια, την άκουσα πιο δυνατή να με πλησιάζει. Κλείστηκα στη σπηλιά μου. Στο δωμάτιο με το σκούρο γραφείο και το φως να ανακρίνει τα γραπτά. Η βοή ακόμη πιο δυνατή. Σαν κύμα τεράστιο. Σαν ποτάμι αγριεμένο. Σαν βροχή που ήθελε να καταπιεί τον κόσμο. Εμένα. Φοβήθηκα. Δεν είχε σχήμα. Είχε μόνο βοή. Και όλο πλησίαζε. Όμως ερχόταν από μέσα μου.

Κυλάει η αγάπη; Είναι θάλασσα; Βροχή; Ποτάμι; και πώς χώρεσε όλη αυτή η βοή μέσα μου;
Το χέρι μου τρέμει. Πιάνω το μελανοδοχείο και χύνω όλο το χρώμα πάνω στο χαρτί. Αδειάζω τη θάλασσα και μένω να κολυμπάω εκεί. Εγώ, σαν νησί χωρίς σταθερό σημείο. Έρμαιο στο κύμα, που συνέχεια βάλλεται από το βοή που αναγγέλει τον ερχομό. Κάνει θόρυβο η αγάπη όταν έρχεται; Κυλάει η αγάπη στο αίμα; Παρασύρει νησιά;